series
Εργαλεία
Ενέργειες
Γενικά
Εκτύπωση/εξαγωγή
Σε άλλα εγχειρήματα
ενικός | πληθυντικός |
series | series |
ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά) |
series <(άμεσο δάνειο)λατινικήseriēs <serō (ενώνω) <πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
series(en)
series <serō (ενώνω) <πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσηςπρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*seh₁-
sĕrĭēs(la)