Movatterモバイル変換
[0]ホーム
Μετάβαση στο περιεχόμενοrest(en)
- (μόνο ενικός,the rest) τουπόλοιπο, ταάλλα, το μέρος του κάτι που απομένει, για μη μετρήσιμα ουσιαστικά
- → Keepthe rest of the money.
- Κράτησετο υπόλοιπο των χρημάτων.
- → You must work hard to catch up withthe rest of the class.
- Πρέπει να δουλέψεις πολύ για να προλάβειςτην υπόλοιπη τάξη.
- → Give me five thousand (dollars) and keepthe rest of it.
- Δώσε μου πέντε χιλιάδες καιτα άλλα κράτησέ τα.
- ≈ συνώνυμα:the remainder
- (μόνο πληθυντικός,the rest) ταυπόλοιπα, ταάλλα, οι άνθρωποι ή τα πράγματα που μένουν, για μετρήσιμα ουσιαστικά
- → Two of the children were fishing andthe rest went swimming.
- Δυο από τα παιδιά ψάρευαν καιτα υπόλοιπα κολυμπούσαν.
- → Give me five thousands apples and keepthe rest.
- Δώσε μου πέντε χιλιάδες μήλα καιτα άλλα κράτησε τα.
- ≈ συνώνυμα:the remainder
- (μετρήσιμοκαιμημετρήσιμο) ηανάπαυση, ηξεκούραση
- → The doctor ordered a month’srest.
- Ο γιατρός διέταξε ένα μήναανάπαυση.
- τοστήριγμα, εκεί που ακουμπά κάτι ή κάποιος
- → The car seats haverests for your head.
- Τα καθίσματα του αυτοκινήτου έχουνστηρίγματα για το κεφάλι σου.
- → δείτε τις λέξεις armrest,headrest καιfootrest
- (μουσική) ηπαύση
rest(en)
- (μεταβατικό καιαμετάβατο)ξεκουράζω,αναπαύω
- → This weekendI willrest, stay at home, and not do anything.
- Αυτό το σαββατοκύριακο θαξεκουραστώ, θα μείνω στο σπίτι και δε θα κάνω τίποτα.
- → He stopped torest his horse.
- Σταμάτησε για ναξεκουράσει το άλογό του.
- → I am resting my body.
- Αναπαύω το κορμί μου.
- → Come andrest for ten minutes.
- Έλα νααναπαυτείς δέκα λεπτά.
- (μεταβατικό καιαμετάβατο)ακουμπάω,στηρίζω
- → Don’trest the ladder against the wall.
- Μηνακουμπάς τη σκάλα στον τοίχο.
- → She rested on her arm.
- Ακούμπησε στο μπράτσο του.
- → I rested my elbows on the table.
- Ακούμπησα/Στήριξα τους αγκώνες μου στο τραπέζι.
- → The stoarests on columns.
- Η στοάστηρίζεται σε κολόνες.
- (αμετάβατο)μένω,αφήνω σε αυτό το σημείο
- → This matter can’trest here.
- Αυτό το θέμα δεν μπορεί ναμείνει εδώ.
- → Let’s let the matterrest.
- Αςαφήσουμε εδώ την υπόθεση./Ας μην πούμε τίποτα άλλο γι' αυτή.
- (αμετάβατο)αναπαύομαι, για τον θάνατο, την ξεκούραση από τα βάρη της ζωής
- → He rests in the graveyard.
- Αναπαύεται στο νεκροταφείο.
- (στο δικαστήριο) λέγεται όταν η μία πλευρά τελειώνει την παρουσίαση των επιχειρημάτων της
- the People rest
[8]ページ先頭