Movatterモバイル変換
[0]ホーム
Μετάβαση στο περιεχόμενοparticular(en)
- (χωρίς παραθετικά, μόνο πριν από το ουσιαστικό)συγκεκριμένος,ορισμένος,ιδιαίτερος, χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι αναφέρεται σε ένα άτομο, πράγμα ή είδος πράγματος και όχι σε άλλα
in thisparticular case - σε αυτή τηνσυγκεκριμένη περίπτωση
an expert in aparticular field - ένας ειδικός σε ένανορισμένο τομέα
He wrote a short history on hisparticular homeland.- Έγραψε μια σύντομη ιστορία τηςιδιαίτερής του πατρίδας.
- ≈ συνώνυμα:→ δείτε τη λέξη specific
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό)συγκεκριμένος,ιδιαίτερος,ειδικός, μεγαλύτερο από το συνηθισμένο
for noparticular reason - χωρίςσυγκεκριμένο λόγο/χωρίς κανέναιδιαίτερο λόγο
I takeparticular care of something.- Καταβάλλωειδική φροντίδα για κάτι.
- ≈ συνώνυμα:→ δείτε τη λέξη special
- ιδιότροπος,σχολαστικός, είμαι πολύ σίγουρος για το τι μου αρέσει και προσέχω τι επιλέγω
He’s veryparticular about his clothes.- Είναιιδιότροπος στο θέμα των ρούχων του.
She isn’tparticular at all, she eats whatever she is given.- Δεν είναι καθόλουιδιότροπη, τρώει ό,τι της δώσεις.
I am notparticular about food.- Δεν είμαισχολαστικός στο φαΐ μου.
- ≈ συνώνυμα:→ δείτε τη λέξη fastidious
[8]ページ先頭