Movatterモバイル変換


[0]ホーム

URL:


Μετάβαση στο περιεχόμενο
Βικιλεξικό
Αναζήτηση

outlet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός        πληθυντικός  
outletoutlets

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

outlet(en)

  • ηπρίζα
     Somewhere the cable is short circuiting and the power is not reaching theoutlet.
    Κάπου βραχυκυκλώνει το καλώδιο και δε φτάνει το ρεύμα στηνπρίζα.
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=outlet&oldid=6694425"
Κατηγορίες:

[8]ページ先頭

©2009-2025 Movatter.jp