Movatterモバイル変換


[0]ホーム

URL:


Μετάβαση στο περιεχόμενο
Βικιλεξικό
Αναζήτηση

obsolete

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

obsolete(en)

  1. (για λέξεις, εξοπλισμό κλπ)απαρχαιωμένος,παρωχημένος
  2. (βιολογία) ατελώς ανεπτυγμένος
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=obsolete&oldid=5159459"
Κατηγορίες:

[8]ページ先頭

©2009-2026 Movatter.jp