Movatterモバイル変換


[0]ホーム

URL:


Μετάβαση στο περιεχόμενο
Βικιλεξικό
Αναζήτηση

merit

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός        πληθυντικός  
meritmerits

merit(en)

ενεστώταςmerit
γ΄ ενικό ενεστώταmerits
αόριστοςmerited
παθητική μετοχήmerited
ενεργητική μετοχήmeriting

merit(en)

  1. αναγνωρίζω την αξία σε κάποιον/κάτι,εκτιμώ (με την σημασία θεωρώ άξιο/άξια)
  2. αξίζω
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=merit&oldid=5597038"
Κατηγορίες:

[8]ページ先頭

©2009-2025 Movatter.jp