Movatterモバイル変換
[0]ホーム
Μετάβαση στο περιεχόμενο
κεφαλές ανάγνωσης/εγγραφής σε μονάδασκληρού δίσκουhead(en)
- (ανατομία) τοκεφάλι
I hit him on thehead.- Τον χτύπησα στοκεφάλι.
- τοκεφάλι, οεγκέφαλος, ηπνευματική κατάσταση, ησκέψη
Myhead has gone blank.- Τοκεφάλι μου είναι άδειο.
- ≈ συνώνυμα:mind
- τοκεφάλι,μέτρο σύγκρισης ύψους
He is ahead taller.- Είναι ένακεφάλι ψηλότερος.
- (μετρήσιμοκαιμημετρήσιμο) ηκεφαλή, οδιευθυντής, ο υπεύθυνος μιας ομάδας ατόμων ή μιας οργάνωσης
thehead of the church/the family/the state - ηκεφαλή της εκκλησίας/της οικογένειας/του κράτους
thehead of a department/service - οδιευθυντής ενός τμήματος/μιας υπηρεσίας- ≈ συνώνυμα:→ δείτε τη λέξη boss
- τοκεφάλι, κάτιστρογγυλό
thehead of a nail/a pin - τοκεφάλι ενός καρφιού/μιας καρφίτσας
- (μόνο ενικός) τοπάνω, τοκεφάλι
at thehead of the page - στοπάνω της σελίδας
at thehead of the table - στοκεφάλι του τραπεζιού- ≈ συνώνυμα:top
- (υλικό υπολογιστή) ηκεφαλή
a tape recorderhead -κεφαλή μαγνητοφώνου
- (μόνο πληθυντικός) τακεφάλια, αριθμόςζώων σεκοπάδια
fiftyhead of cattle - πενήντακεφάλια ζώα
- τοκεφάλι, οκαθένας, αριθμός ανθρώπων σεσυνεστίαση
The meal will cost you £5 ahead.- Το γεύμα θα σας κοστίσει πέντε λίρες τοκεφάλι.
head(en)
- (αμετάβατο, καιbe headed)τραβάω,κατευθύνομαι σε συγκεκριμένη κατεύθυνση
Whereare you heading/are you headed (to/for)?- Για πούτραβάς;
She headed home.- Τράβηξε για το σπίτι.
They headed north, until they reached the sea.- Τράβηξαν βόρεια, ώσπου έφτασαν στη θάλασσα.
The planeis headed towards America.- Το αεροπλάνοκατευθύνεται προς την Αμερική.
We’re heading west.- Κατευθυνόμαστε δυτικά.
The ship seemed tobe heading for the harbor.- Το πλοίο φαινόταν νακατευθύνεται προς το λιμάνι.
- (μεταβατικό)διευθύνω,ηγούμαι,πρωτοστατώ, διοικώ κάτι
She’s heading the branch now.- Διευθύνει το υποκατάστημα τώρα.
He headed the party/the rebellion.- Ηγήθηκε το κόμμα/την ανταρσία.
All thoseheading the strike were fired.- Απολύθηκαν όσοιπρωτοστάτησαν στην απεργία.
- ≈ συνώνυμα:head up,→ και δείτε τη λέξη direct
- (μεταβατικό) είμαιεπικεφαλής, στην πρώτη θέση, στην πρώτη σειρά
We are heading the procession.- Είμαστε επικεφαλής της πομπής.
His nameheaded the list.- Το όνομά τουήταν επικεφαλής στον κατάλογο.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή)τιτλοφορώ, δίνω τίτλο σε μια σελίδα ή ενότητα ενός βιβλίου
I read an article which washeaded (with) “Pax Americana”.- Διάβασα ένα άρθρο που ήταντιτλοφορούμενο «Αμερικανική Ειρήνη».
- → και δείτε τη λέξη title
- (μεταβατικό) δίνωκεφαλιά
The strikerheaded the ball (in) and scored.- Ο επιθετικόςέριξε μια κεφαλιά και έβαλε γκολ.
- head (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- head (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos,D N(2008).Stavropoulos, G N.ed.Oxford Greek-English Learner's Dictionary(Revised έκδοση).Oxford:Oxford University Press.σελ. 236, 315, 445-446, 468.ISBN9780194325684. , λήμμα: διευθυντής, (ε)πάνω, κεφαλή, κεφάλι, κορυφή
[8]ページ先頭