Movatterモバイル変換
[0]ホーム
Μετάβαση στο περιεχόμενοconnect(en)
- (μεταβατικό καιαμετάβατο)συνδέω,ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα·συνδέομαι,ενώνομαι,επικοινωνώ
a train whichconnects ten towns - τρένο πουσυνδέει δέκα πόλεις
I connected the two pieces of wood.- Συνέδεσα/Ένωσα τα δύο ξύλα.
Athensis connected to Chalkida by car and by train.- Η Αθήνασυνδέεται με τη Χαλκίδα οδικώς και σιδηροδρομικώς.
The riverconnects with the Danube near Vienna.- Αυτό το ποτάμιενώνεται με το Δούναβη κοντά στη Βιέννη.
The room directlyconnects to the courtyard.- Το δωμάτιοεπικοινωνεί άμεσα με την αυλή.
- (μεταβατικό καιαμετάβατο)συνδέω στο διαδίκτυο
The internetconnects people from all over the world.- Το διαδίκτυοσυνδέει ανθρώπους από όλο τον κόσμο.
- (μεταβατικό)συνδέω, παρατηρώ ή κάνω μια σύνδεση μεταξύ ανθρώπων, πραγμάτων, γεγονότων κτλ.
The concepts of duty and rightare closelyconnected to each other.- Οι έννοιες καθήκον και δικαίωμασυνδέονται στενά μεταξύ τους.
Don’tconnect those two events, they are completely unrelated.- Μησυνδέεις αυτά τα δύο γεγονότα, είναι εντελώς άσχετα.
- ≈ συνώνυμα:→ δείτε τη λέξη associate
- (αμετάβατο)μετεπιβιβάζω, ημετεπιβίβαση, φτάνω με λεωφορείο, αεροπλάνο, τρένο κτλ. λίγο πριν φύγει ένα άλλο για να μπορώ να αλλάξω από το ένα στο άλλο
connecting flights - πτήσειςμετεπιβίβασης
[8]ページ先頭