Movatterモバイル変換
[0]
ホーム
URL:
画像なし
夜間モード
Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίθετο
1.2.1
Συγγενικά
1.2.2
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
αισχρός
4 γλώσσες
English
Esperanto
Malagasy
Türkçe
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Λήψη κωδικού QR
Switch to legacy parser
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης
:
αἰσχρός
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
αισχρ
ός
η
αισχρ
ή
το
αισχρ
ό
γενική
του
αισχρ
ού
της
αισχρ
ής
του
αισχρ
ού
αιτιατική
τον
αισχρ
ό
την
αισχρ
ή
το
αισχρ
ό
κλητική
αισχρ
έ
αισχρ
ή
αισχρ
ό
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
αισχρ
οί
οι
αισχρ
ές
τα
αισχρ
ά
γενική
των
αισχρ
ών
των
αισχρ
ών
των
αισχρ
ών
αιτιατική
τους
αισχρ
ούς
τις
αισχρ
ές
τα
αισχρ
ά
κλητική
αισχρ
οί
αισχρ
ές
αισχρ
ά
Κατηγορία
όπως «
καλός
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
αισχρός
<
(
διαχρονικό
δάνειο
)
αρχαία ελληνική
αἰσχρός
Επίθετο
[
επεξεργασία
]
αισχρός
, -ή, -ό
που είναι κατάφωρα αντίθετος με τους ηθικούς κανόνες και προκαλεί
ντροπή
αυτός είναι ένας
αισχρός
συκοφάντης
αισχρή
ενέργεια
που προσβάλλει τα γενετήσια ήθη,
άσεμνος
(
για αντικείμενα
)
απαράδεκτος
λόγω της πολύ χαμηλής του ποιότητας
Συγγενικά
[
επεξεργασία
]
Νεοελληνικές λέξεις με
πρόθημα αισχρο-
στο Βικιλεξικό
→
δείτε
τη
λέξη
αίσχος
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
αισχρός
αγγλικά
:
obscene
(en)
,
tawdry
(en)
γαλλικά
:
infâme
(fr)
αρσενικό ή θηλυκό
,
infect
(fr)
,
obscène
(fr)
Ανακτήθηκε από "
https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=αισχρός&oldid=6627987
"
Κατηγορίες
:
Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Επίθετα (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
αισχρός
4 γλώσσες
Προσθήκη θέματος
[8]
ページ先頭
©2009-2026
Movatter.jp