Movatterモバイル変換


[0]ホーム

URL:


Μετάβαση στο περιεχόμενο
Βικιλεξικό
Αναζήτηση

μάρκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις      ενικός        πληθυντικός  
ονομαστικήημάρκαοιμάρκες
      γενικήτηςμάρκας
    αιτιατικήτημάρκατιςμάρκες
     κλητικήμάρκαμάρκες
Η γενική πληθυντικού σε-ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» -Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μάρκα <ιταλικήmarca <πρωτογερμανική *markō <πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *marǵ- (άκρη,σύνορο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μάρκαθηλυκό

  1. σημάδι που επιτρέπει την άμεση αναγνώριση τωνπροϊόντων κάποιας εμπορικήςεταιρείας, συνήθωςβιομηχανικής
  2. η ονομασία μιας τέτοιαςεταιρείας
  3. αντικείμενο που χρησιμοποιείται αντί γιανόμισμα σε παιχνίδια
    κάθε καζίνο χρησιμοποιεί δικές τουμάρκες
  4. (μεταφορικά) έξυπνος,καταφερτζής
    μην τον βλέπεις έτσι! Είναι πολύ μεγάλημάρκα αυτός!

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • μάρκα μ' έκαψες:
    1. για να χαρακτηρίσουμε ένα πολύ κακό προϊόν
      μα πας κι αγοράζεις κάτι υπολογιστές "μάρκα μ' έκαψες" για να γλυτώσεις χρήματα και τελικά τα πληρώνεις διπλά
    2. για να χαρακτηρίσουμε έναν κακό ή πονηρό άνθρωπο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
   σημάδι που επιτρέπει την αναγνώριση των προϊόντων
   ονομασία εταιρείας
   αντικείμενο που αντιπροσωπεύει νόμισμα
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=μάρκα&oldid=6916524"
Κατηγορίες:

[8]ページ先頭

©2009-2025 Movatter.jp