Movatterモバイル変換


[0]ホーム

URL:


Μετάβαση στο περιεχόμενο
Βικιλεξικό
Αναζήτηση

ευνουχισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις      ενικός        πληθυντικός  
ονομαστικήοευνουχισμόςοιευνουχισμοί
      γενικήτουευνουχισμούτωνευνουχισμών
    αιτιατικήτονευνουχισμότουςευνουχισμούς
     κλητικήευνουχισμέευνουχισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» -Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευνουχισμός <ευνουχίζω<ευνούχος <αρχαία ελληνικήεὐνοῦχος <εὐνή +ἔχω (θαλαμηπόλος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ευνουχισμόςαρσενικό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεταιευνούχος, η αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων (όρχεων)
  2. (μεταφορικά) η αφαίρεση τηςορμής, της ζωτικής δύναμης
    οευνουχισμός της σκέψης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=ευνουχισμός&oldid=5474620"
Κατηγορίες:

[8]ページ先頭

©2009-2025 Movatter.jp