Antilocapra americana americana Antilocapra americana mexicana Antilocapra americana oregona Antilocapra americana peninsularis Antilocapra americana sonoriensis
Ηαντιλοκάπρα είναιμηρυκαστικόθηλαστικό τηςοικογενείας των Αντιλοκαπριδών, της οποίας αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο μέλος. Απαντά αποκλειστικά στα ηπειρωτικά τωνΗΠΑ και σε μικρό τμήμα τουΚαναδά και τουΜεξικού. Η επιστημονική ονομασία τουείδους είναιAntilocapra americana και περιλαμβάνει 5υποείδη.[1]
Παρόλο που, υπό τη στενή έννοια του όρου (sensu stricto), δεν είναιαντιλόπη, η αντιλοκάπρα καταλαμβάνει παρόμοιο οικολογικόθώκο με τις αντιλόπες τουΠαλαιού Κόσμου, μοιάζει με αυτές και, κάποιες από τις λαϊκές της ονομασίες στις περιοχές όπου απαντά, συμπεριλαμβάνουν τον συγκεκριμένο όρο (βλ. και Ονοματολογία).
Η αντιλοκάπρα αποτελεί ένα, κατά κάποιο τρόπο, «ζωντανό απολίθωμα». Τογένος αποτελείτο από 12είδη κατά τη διάρκεια τουΠλειστόκαινου, στην περιοχή όπου σήμερα εκτείνεται ηΒόρεια Αμερική.[2] Με την πάροδο των αιώνων άρχισαν να εξαφανίζονται και, με την άφιξη του ανθρώπου, μόνον 5 είχαν απομείνει, τα οποία εξαφανίστηκαν και αυτά πλην ενός (1), του αρτίγονουAntilocapra americana.[3] Μάλιστα, οι Αντιλοκαπρίδες αποτελούν τη μοναδικήοικογένεια θηλαστικών που είναι ενδημική στην οικοζώνη της Νεαρκτικής.[4]
Η (νεο-)λατινική ονομασία τουγένους,Antilocapra, έχει ελληνική προέλευση, αποτελούμενη από τα επί μέρους συνθετικάantilo[pe] «αντιλόπη» +capra «αίγα»[6] Ο όροςamericana στην επιστημονική ονομασία τουείδους, παραπέμπει στην ήπειρο, από όπου κατάγεται και διαβιοί το θηλαστικό.
Στη Βόρεια Αμερική, η αντιλοκάπρα αποκαλείται με τη λαϊκή ονομασίαpronghorn, εκ των συνθετικώνprong «περόνη, ακίδα, σουβλί» +horn «κέρατο», δηλαδή «(αυτός που έχει) ακιδωτά, σουβλερά κέρατα». Η ονομασία παραπέμπει στις χαρακτηριστικές μυτερές διακλαδώσεις των κεράτων του θηλαστικού.
Άλλες τοπικές ονομασίες με τις οποίες απαντά η αντιλοκάπρα, είναι:prong buck,pronghorn antelope,cabri ή απλώςantelope, επειδή το θηλαστικό αποτελεί το οικολογικό «ισοδύναμο» των αντιλοπών του Παλαιού Κόσμου, στην Αμερική.[7] Επίσης, στοΜεξικό αποκαλείταιberrendo.
Η αντιλοκάπρα αποτελεί μονοτυπικόγένος (Antilocapra) εντός τηςοικογενείας τωνΑντιλοκαπριδών (Antilocapridae), επίσης μονοτυπικής, εντός τηςτάξης των Αρτιοδακτύλων. Αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί «γρίφο» για τους συστηματικούς ταξινομικούς και, μέχρι τη δεκαετία του 1980 περιλαμβανόταν στην οικογένειαBovidae. Μελέτη του 2005, τοποθέτησε την οικογένειαΑντιλοκαπρίδες ως «αδελφικό» taxon της οικογενείας τωνΕλαφιδών (Cervidae), με βάση τη συγκριτική ανατομική του δακρυϊκού οστού των μελών τους.[8] Κατοπινές γενετικές μελέτες τοποθέτησαν τις Αντιλοκαπρίδες πλησιέστερα στην οικογένεια τωνΜοσχιδών (Moschidae).[9]Καρυολογικές αναλύσεις, ωστόσο, έδειξαν μεγάλη συγγένεια με την οικογένεια τωνΚαμηλοπαρδαλιδών (Giraffidae) εντός της υποτάξης τωνPecora, ιδιαίτερα με τηνκαμηλοπάρδαλη, βάσει της δομής του φυλογενετικού χρωμοσώματοςΧ.[10]. Πάντως, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η οικογένεια των Αντιλοκαπριδών εξελίχθηκε εντελώς ανεξάρτητα από τις προαναφερθείσες συγγενικές οικογένειες.[11]
Γεωγραφική εξάπλωση του είδουςAntilocapra americana
Η αντιλοκάπρα απαντά αποκλειστικά στηΒόρεια Αμερική, ως ενδημικό θηλαστικό των περιοχών όπου κατανέμεται. Η εξάπλωσή της περιλαμβάνει έναν (1) πυρήνα στα δυτικοκεντρικά των Ηνωμένων Πολιτειών, με περιφερειακές θέσεις στα σύνορα με τον Καναδά, τις ΝΔ. ΗΠΑ και το Β. Μεξικό.
Οι αντιλοκάπρες έγιναν γνωστές στον επιστημονικό κόσμο από τηνΑποστολή των Λιούις και Κλαρκ (The Lewis and Clark Expedition) μεταξύ 1804 και 1806 και, συγκεκριμένα από την περιοχή των ΗΠΑ που, σήμερα, είναι γνωστή ωςΝότια Ντακότα. Το φάσμα κατανομής εκτείνεται από τα νότια των πολιτειώνΣασκάτσουαν καιΑλμπέρτα τουΚαναδά, στις πολιτείες μεταξύΜοντάνα καιΜινεσότα στα βόρεια των Ηνωμένων Πολιτειών, μέχρι τηνΑριζόνα, το Β.Τέξας, τις ακτές της Ν.Καλιφόρνιας και τη βόρειαΜπάχα Καλιφόρνια Σουρ στα νότια, ενώ μέσα στοΜεξικό περιλαμβάνονται οι περιοχές Β.Σονόρα καιΣαν Λουίς Ποτοσί.
Το 1959 έγινε εισαγωγή μικρού πληθυσμού στηΧαβάη, αλλά το 1983, μόνον 12 άτομα είχαν απομείνει εκεί και ο πληθυσμός όδευε προς εξαφάνιση.[12]
Μαζί με το 1 αποτελεί το πολυπληθέστερο υποείδος. Αλληλοεπικάλυψη με τα 1 και 3
3
Antilocapra americana oregona
Όρεγκον ανατολικά της Οροσειράς Κασκέιντς και στην κοιλάδα του ποταμού Ρογκ
LC
Αμφισβητείται έντονα η ύπαρξη του υποείδους και μιτοχονδριακές αναλύσεις DNA (Lee et al., 1994) δείχνουν ότι οι πληθυσμοί του πρέπει να συμπεριληφθούν στο 1.[4] Αλληλοεπικάλυψη με τα 1 και 2
Η αντιλοκάπρα διαβιοί κυρίως στα ανοικτά, εκτεταμένα, άδενδρα εδάφη τύπουchaparral και στα λιβάδια μεταξύ 900 και 1.800 μ., αν και μπορούν να παρατηρηθούν μέχρι τα 3.050 μ.,[12] με τους πυκνότερους πληθυσμούς σε περιοχές που δέχονται 25-40 εκ. βροχής ετησίως, περίπου. Το νότιο τμήμα του εύρους κατανομής τους κυριαρχείται κυρίως από άνυδρα βοσκοτόπια και ανοικτά λιβάδια. Τον χειμώνα, ιδιαίτερα οι βόρειοι πληθυσμοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία θάμνων με τους οποίους τρέφονται, γι’ αυτό και κινούνται κατά μήκος των κορυφογραμμών που τις σαρώνουν ισχυροί άνεμοι έτσι, ώστε η βλάστηση να καθαρίζεται από το χιόνι, αν και οι αντιλοκάπρες μπορούν να σκάψουν με τις οπλές τους για να αποκαλύψουν τα φυτά.[13][14][15]
Στην περιοχή της πολιτείας τουΌρεγκον, οι αντιλοκάπρες περιπλανώνται στις ανοικτές εκτάσεις που βρίθουν από τους αρωματικούς θάμνους τηςArtemisia tridentata ενώ, περιστασιακά, απαντούν σε εδάφη με διάσπαρτακωνοφόραJuniperus occidentalis καιPinus ponderosa. Την άνοιξη απαντούν και σε εδάφη μεαγρωστώδη τύπουBromus tectorum. Στα ίδια ενδιαιτήματα, η παρουσία ύδατος, -είτε ελεύθερου είτε μέσα στα σαρκώδη φυτά- αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις εποχικές μετακινήσεις του θηλαστικού. Αυτός είναι ο λόγος που, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα σε περιόδους με αρκετές βροχοπτώσεις, οι αντιλοκάπρες παρατηρούνται σε ξερικά εδάφη. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια των θερμών εποχών και στις περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας, απαντούν σε πεδινές περιοχές όχι περισσότερο των 3 χλμ. από κάποια πηγή νερού. Γενικά αποφεύγουν εδάφη με υψηλή βλάστηση (>70 εκ.), όπως και τις εκτεταμένες άγονες και ημιερημικές περιοχές.[4]
Μία (1) εν εξελίξει μελέτη από το ΙνστιτούτοLava Lake και τηνΕταιρία Διατήρησης της Άγριας Ζωής δείχνει χερσαία διαδρομή μετανάστευσης της αντιλοκάπρας, που καλύπτει περισσότερα από 260 χιλιόμετρα.[16] Η μετανάστευση ξεκινάει από τους πρόποδες της οροσειράς Πάιονιρ τηςΜοντάνα, διασχίζει το Εθνικό Μνημείο και Καταφύγιο των Κρατήρων της Σελήνης (Craters of the Moon National Monument and Preserve) στοΆινταχο, φθάνοντας μέχρι τον Ηπειρωτικό Υδροκρίτη της Αμερικής (Great Divide). Ο Δρ. Σκοτ Μπέργκεν αναφέρει, «αυτή η μελέτη δείχνει ότι, οι αντιλοκάπρες είναι οι αληθινοί μαραθωνοδρόμοι της αμερικανικής δύσης. Με τα νέα αυτά ευρήματα, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι το Άινταχο υποστηρίζει μια μεγάλη χερσαία μετανάστευση θηλαστικών –ένα ολοένα και πιο σπάνιο φαινόμενο στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο».[17]
Ενήλικη αρσενική αντιλοκάπρα (υποείδοςA. a. americana)Ενήλικη θηλυκή αντιλοκάπρα (υποείδοςA. a. americana)
Η αντιλοκάπρα είναι μέσου μεγέθους, μηρυκαστικό θηλαστικό, με χαρακτηριστικά ενδιάμεσα των γνησίωνελαφιών και τωναντιλοπών, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην ξεχωριστή ταξινομική θέση τηςοικογένειας στην οποία ανήκει. Το γενικότερο παρουσιαστικό της «θυμίζει» περισσότερο αντιλόπη, αλλά η δομή και η απόπτωση των κεράτων της χαρακτηρίζουν -μέχρι κάποιο βαθμό- τα ελάφια (βλ. Κέρατα).
Το σώμα της είναι στιβαρό και κάπως «στρουμπουλό», σαφώς πιο ογκώδες από εκείνο μιας γνήσιας αντιλόπης και πολύ λιγότερο κομψό από εκείνο ενός ελαφιού. Η ουρά είναι μικρή, οι κνήμες είναι σχετικά λεπτές και ίσιες, ενώ τα πόδια διαθέτουν μόνον 2 δακτύλους (διδάκτυλη οπλή), χωρίς υπολειπόμενο δάκτυλο (declaw). Το κρανίο, από ραχιαία και κοιλιακή όψη εμφανίζει, γενικά, μορφήακίδας βέλους, ενώ υπάρχει κενό μεταξύ δακρυικού και ρινικού οστού,[4] με την οβελιαία ακρολοφία να απουσιάζει.[18] Το κεφάλι είναι μεγάλο σε σχέση με το σώμα και οι -επίσης μεγάλοι- οφθαλμοί είναι τοποθετημένοι σε ευρείς, σωληνωτούς οφθαλμικούς κόγχους, οι οποίοι παρέχουν επαρκή μηχανική προστασία στους βολβούς. Η ίριδα είναι μαύρη, ενώ επί πλέον προστασία από την ηλιακή ακτινοβολία παρέχουν οι μεγάλες, παχιές βλεφαρίδες.[18] Η όραση της αντιλοκάπρας είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένη, με το οπτικό πεδίο να καλύπτει γωνία 320°, περίπου.[4]
Εκτός από τα κέρατα, η αντιλοκάπρα ξεχωρίζει από τις χαρακτηριστικέςλευκές περιοχές στους γλουτούς, τον λαιμό, το στήθος, τις πλευρές και την κοιλιά. Ιδιαίτερα διακριτές είναι οι περιοχές στους γλουτούς, εκατέρωθεν της ουράς, οι οποίες μπορεί να έχουν μήκος 8 εκ. η κάθε μία και, ξεχωρίζουν από μεγάλη απόσταση, κάνοντας έντονο κοντράστ με το υπόλοιπο καφεκόκκινο -στο χρώμα της σκουριάς- τρίχωμα του σώματος. Υπάρχουν διάφορα σκούρα καφέ ή μαύρα σημάδια στο κεφάλι και στον λαιμό, ιδιαίτερα στην περιοχή του μετώπου. Τα μπροστινά πόδια είναι μεγαλύτερα από τα πίσω και υποβαστάζουν το μεγαλύτερο βάρος του σώματος, όταν το ζώο τρέχει με μεγάλη ταχύτητα.[4]
Οι αντιλοκάπρες διαθέτουν, συνήθως, 4μαστικούς αδένες αλλά έχουν καταγραφεί και άτομα με 6. Σε αντίθεση με ταελάφια, η αντιλοκάπρα διαθέτειχοληδόχο κύστη, ενώ το στομάχι της είναι 4-χωρο. Τα θηλυκά διαθέτουνδίκερημήτρα[4] Ως προς την οδόντωση, η αντιλοκάπρα ανήκει σταυψίδοντα (hypsodont) θηλαστικά (σημ. ημύλη των δοντιών έχει μεγάλο ύψος για να ανταποκρίνεται στην εκτεταμένη φθορά λόγω της συνεχούς μάσησης). Η μόνιμη οδοντοφυΐα περιλαμβάνει 32, συνολικά, δόντια με τον εξής οδοντικό τύπο: Ο κάτω κυνόδοντας έχει τη μορφή κοπτήρα (τομέα).[19]
Το τρίχωμα της αντιλοκάπρας είναι σκληρό με μεγάλα,εξαγωνικά μυελώδη (medullary) κύτταρα, τα οποία είναι γεμάτα με αέρα για την παροχή άριστης μόνωσης.[20] Γενικά, θεωρείται κακής εμπορικής αξίας, κάτι που έχει ωφελήσει το θηλαστικό για ευνόητους λόγους. Το τρίχωμα αποπίπτει κάθε άνοιξη και βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση το καλοκαίρι παρά τον επερχόμενο χειμώνα. Τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά διαθέτουν δύογλουτιαίους οσμητικούς αδένες (rump scent glands), οι οποίοι παράγουν έκκριμα που, σε συνδυασμό με τα λευκά «μπαλώματα» στους γλουτούς, χρησιμεύει στην ενδοειδική αναγνώριση. Τα αρσενικά διαθέτουν, επί πλέον, δύουποωτικούς (subauricular) και έναν (1)διάμεσο (median), αδένες, απαραίτητους για την αναπαραγωγική συμπεριφορά.[21] Επίσης, και τα δύο φύλα, διαθέτουνδιαδακτυλικούς (interdigital) αδένες, τόσο στα εμπρόσθια όσο και στα οπίσθια πόδια, οι οποίοι παράγουν ειδικό σμήγμα τοsebum που διατηρεί τις οπλές σε καλή κατάσταση.[22] Τέλος, τα αρσενικά σηματοδοτούν τον ζωτικό τους χώρο με έκκριμα από αδένες που βρίσκονται μπροστά από τους οφθαλμικούς κόγχους, τουςπροκογχικούς (preorbital) αδένες.[3]
Ενώ στοείδος δεν παρατηρείται έντονοςφυλετικός διμορφισμός, τα αρσενικά (bucks) ξεχωρίζουν από τα θηλυκά (does), επειδή είναι σαφώςβαρύτερα -χωρίς ιδιαίτερη διαφορά στο μήκος και ύψος του σώματος- και επειδή έχουνδιαφορετικό παρουσιαστικό στα κέρατα, ενώ υπάρχουν και θηλυκά χωρίς κέρατα (βλ. Δομή κεράτων). Επίσης, τα αρσενικά διαθέτουν χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα στην περιοχή του λάρυγγα.
Τα κέρατα της αντιλοκάπρας αποτελούν ιδιάζουσα περίπτωση και είναι από εκείνα τα στοιχεία που συμβάλλουν καθοριστικά στον διαχωρισμό του θηλαστικού από τα υπόλοιπααρτιοδάκτυλα και τη συγκρότηση της ξεχωριστής οικογένειας,Αντιλοκαπρίδες. Συγκεκριμένα, υπάρχουν μεν οικεράτινες θήκες (sheaths) που περιβάλλουν τον αρχικό οστέινο πυρήνα (core), αλλά αυτές αποπίπτουν κάθε χρόνο. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ενδιάμεσα μεταξύ των κεράτων των βοοειδών (sensu lato) (που διαθέτουν μόνιμες, μη αποπίπτουσες κεράτινες δομές) και των κεράτων των ελαφιών (που δεν έχουν καθόλου κεράτινες θήκες, αλλά επίσης αποπίπτουν κάθε χρόνο).
Τα χαρακτηριστικά κέρατα της αρσενικής αντιλοκάπρας, τοποθετούν τοείδος σε ξεχωριστήοικογένεια
Επίσης, υπάρχει χαρακτηριστικός τρόπος διακλάδωσης των κεράτων στις αντιλοκάπρες. To βασικό,μετωπικό στέλεχος των κεράτων εμφανίζειδιακλάδωση, σε αντίθεση με το αντίστοιχο των ελαφιών που είναι ακέραιο. Αυτή η διακλάδωση παράγει χαρακτηριστική, πεπλατυσμένη, μυτερή δοκίδα-αποφυάδα των αρσενικών -και μόνον-, η οποία αποκαλείταιprong και δίνει την αγγλική ονομασία στην αντιλοκάπρα (βλ. Ονοματολογία). Στη συνέχεια, ο κύριος κλάδος που έχει χρώμα καφέ-μαύρο, καταλήγει σε πολύ μυτερά, λεπτά άκρα που εμφανίζουν καμπύλωση προς τα έσω (introrse) ή προς τα έξω (extrorse). Κέρατα διαθέτουν και πολλά θηλυκά, όχι όμως όλα και, όταν υπάρχουν, είναι μικρά και σπανιότατα φέρουν τη χαρακτηριστική ακιδωτή διακλάδωση των αρσενικών. Τα κέρατα της αντιλοκάπρας αποπίπτουν κάθε έτος, έναν (1) μήνα ή περισσότερο μετά τα τελετουργικά και τις διαμάχες ερωτοτροπίας (rut).[18]
Το διαιτολόγιο της αντιλοκάπρας περιλαμβάνει ποικιλία φυτικής ύλης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των φυτών που είναι δυσάρεστα ή και τοξικά για πολλά κατοικίδια ζώα (πρόβατα και βοοειδή), αν και μπορεί να υφίσταται ανταγωνισμός με αυτά για την τροφή. Σε μελέτη που εκπονήθηκε, οι πόες αποτελούσαν το 62%, οι θάμνοι το 23%, και τααγρωστώδη το 15%,[23] ενώ σε άλλη μελέτη, οικάκτοι αποτελούσαν το 40%, τα αγρωστώδη το 22%, οι πόες το 20%, και οι θάμνοι το 18% του διαιτολογίου.[24] Οι αντιλοκάπρεςμηρυκάζουν την τροφή τους.
Η αντιλοκάπρα είναι το ταχύτερο θηλαστικό στοΔυτικό ημισφαίριο, με σωματοδομή που ανταποκρίνεται στην επίτευξη ταχυτήτων, ικανών για να αποφεύγει με σχετική ευκολία οποιονδήποτε θηρευτή των ενδιαιτημάτων της, εάν δεν αιφνιδιαστεί.
Μερικά από τα δομικά στοιχεία που συμβάλλουν καθοριστικά στην επίτευξη υψηλών ταχυτήτων είναι το μεγάλο μέγεθος τηςτραχείας, τωνπνευμόνων και τηςκαρδιάς του θηλαστικού -πάντοτε σε σχέση με το μέγεθος του σώματος. Έτσι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αντιλοκάπρα τρέχει με το στόμα ανοικτό, προσλαμβάνει μεγάλες ποσότητες ατμοσφαιρικού αέρα και γίνεται ευκολότερα η ανταλλαγή των αναπνευστικών αερίων με τη συμμετοχή του κυκλοφορούντος αίματος. Επίσης, η διαμόρφωση και προστασία των οπλών της αντιλοκάπρας είναι τέτοια, ώστε να υπάρχει ισομερής καταμερισμός του βάρους στον άκρο πόδα και να αποφεύγονται η ολίσθηση και οι τραυματισμοί στο τερέν κατά το τρέξιμο, ενώ απορροφούν και το σοκ του υψηλού σωματικού βάρους.
Τοερειστικό σύστημα είναι εξαιρετικά ελαφρύ, ενώ οι επί μέρους τρίχες του τριχώματός τους είναι κοίλες. Ηκερκίδα -δηλαδή τα εμπρόσθια άκρα- είναι ίση ή μεγαλύτερη από τομηριαίο οστό -δηλαδή τα οπίσθια άκρα. Ηωλένη είναι μικρή και μερικώς συντετηγμένη με την κερκίδα, για την εξάλειψη της συστροφής και περιστροφής του αγκώνα. Δεν υφίσταταικλείδα και ηωμοπλάτη έχει διευθετηθεί να βρίσκεται σε οριζόντια θέση σε σχέση με το πλαϊνό τμήμα του στήθους, ελεύθερη να περιστρέφεται κατά 20° έως 25°, στο ίδιο επίπεδο με όλο το άκρο. Οι αρθρώσεις έχουν τροποποιηθεί έτσι, ώστε να ενεργούν ως «μεντεσέδες» (sic) που επιτρέπουν μόνο την κίνηση κατά τη συνιστώσα της πορείας. Αυτό έχει γίνει με την εισαγωγή ακανθωτών προεκβολών και αυλακώσεων στις αρθρώσεις.[12]
Ωστόσο, το κύριο στοιχείο τηςφυσιολογίας του ζώου που είναι καθοριστικό για την επίτευξη υψηλών ταχυτήτων, αλλά και για τη διατήρησή τους, είναι η ικανότητα Μέγιστης Πρόσληψης Οξυγόνου (ΜΠΟ, VO2max), πρακτικά, την ικανότητα της αντιλοκάπρας να μπορεί να συνθέτειATP και να αποκρίνεται στον αερόβιο καταβολισμό. Ενδεικτικό είναι ότι, η ΜΠΟ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απόδοση στα αθλήματα αντοχής και η βελτίωσή της αποτελεί έναν από τους πιο σοβαρούς προπονητικούς στόχους ενός αθλητή. Με την αύξηση αυτή οι αθλητές καταφέρνουν να παράγουν το ίδιο έργο με χαμηλότερη ένταση άσκησης.[12]
Η σύγκριση σωματικού βάρους και VO2max στην αντιλοκάπρα, έδειξε 3 φορές υψηλότερες τιμές από το φυσιολογικώς αναμενόμενο. Αυτή η υψηλή μέγιστη κατανάλωση οξυγόνου (ΜΠΟ) καθιστά την αντιλοκάπρα τονανθεκτικότερο στις υψηλές ταχύτητες χερσαίο οργανισμό στην υφήλιο, με εξαιρετικές αεροβικές ικανότητες. Έτσι, σε σύγκριση με τονγατόπαρδο, το αφρικανικό σαρκοφάγο είναι ο «πρωταθλητής» στους δρόμους ταχύτητας και η αντιλοκάπρα, η πρωταθλήτρια στις μεσαίες αποστάσεις.
Η αντιλοκάπρα θεωρείται το ταχύτερο θηλαστικό στην υφήλιο μετά τονγατόπαρδο, με τα δύο ζώα να διαφέρουν κατ’ ουσίαν, μόνο στο κίνητρο για την επίτευξη υψηλών ταχυτήτων. Ο γατόπαρδος «οφείλει» να τρέχει γρήγορα είτε για να συλλάβει τη λεία του, είτε για να αποφεύγει πιθανούς θηρευτές, ενώ η αντιλοκάπρα υπακούει μόνο στο δεύτερο από αυτά τα κίνητρα.
Μάλιστα, η ύπαρξη ενός θηλαστικού που «χρειάζεται» να τρέχει τόσο γρήγορα σε μιαν οικοζώνη που δεν έχει ζώα-δρομείς υψηλών ταχυτήτων, οδήγησε τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι, κατά το παρελθόν, πρέπει να είχε υπάρξει κάποιος θηρευτής-δρομέας που με την πάροδο των αιώνων εξαφανίστηκε, αφήνοντας κενό τον συγκεκριμένοοικολογικό θώκο. Πράγματι, αυτός ο θηρευτής πρέπει να ήταν οαμερικανικός γατόπαρδος (Miracinonyx sp.), ο οποίος κάλυπτε θώκο στην Αμερική, αντίστοιχο με εκείνον του αρτίγονουγατόπαρδου στην Αφρική.[2][25]
Η επίτευξη υψηλών ταχυτήτων από τις αντιλοκάπρες συνδυάζεται με ικανότητα διατήρησής τους και αντοχής στην παρατεταμένη ταχύτητα, στοιχείο που τούς παρέχει επί πλέον προστασία από τους θηρευτές που διαβιούν στους ίδιους, με αυτές, οικοτόπους. Η τελική ταχύτητα που μπορεί να πετύχει μια αντιλοκάπρα είναι πολύ δύσκολο να μετρηθεί με ακρίβεια, και ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων ατόμων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες επιτυγχάνεται, στοιχείο που δυσχεραίνει ή κάνει αδύνατες τις πειραματικές μετρήσεις, ακριβώς όπως συμβαίνει και με τον κορυφαίο δρομέα, τονγατόπαρδο.
Τα τεκμηριωμένα στοιχεία δείχνουν ότι ένα μέσο, ενήλικο άτομο μπορεί να τρέξει 56 χλμ./ώρα για 6 χιλιόμετρα, 67 χλμ./ώρα για 1,6 χιλιόμετρα και 88,5 χλμ./ώρα για 0,8 χιλιόμετρα.[26] Οι συνηθισμένες -μεγάλες- ταχύτητες που επιτυγχάνει μια αντιλοκάπρα όταν καταδιώκεται, κυμαίνονται άνετα στα 70 χλμ./ώρα,[23] μέγεθος ικανό για την αποφυγή των θηρευτών της. Αυτές οι ταχύτητες, μπορεί να απέχουν αρκετά από εκείνες που μπορεί να πετύχει ένας γατόπαρδος, ωστόσο,η αντοχή στην παρατεταμένη ταχύτητα είναι εκείνο που χαρακτηρίζει την αντιλοκάπρα. Το στοιχείο αυτό, από μόνο του, είναι ικανό να αποθαρρύνει οποιονδήποτε χερσαίο θηρευτή των ενδιαιτημάτων της, δεδομένου ότι κάθε παρατεταμένη καταδίωξη τον εξουθενώνει σωματικά και, για να «πετύχει» το κυνήγι, θα πρέπει να επιστρατευτούν άλλες στρατηγικές (αιφνιδιασμός, ενέδρα, αποκλεισμός σε αδιέξοδο κ.ο.κ.). Έχουν αναφερθεί και άτομα που φθάνουν[12] ή ξεπερνούν τα 100 χλμ./ώρα,[27] αλλά αυτές οι «αναφορές» είναι, πιθανότατα, υπερβολικές.
Ενήλικη αρσενική αντιλοκάπρα (υποείδοςA. a. americana)
Ωστόσο, συγκρινόμενη με τιςαντιλόπες τουΠαλαιού Κόσμου, η αντιλοκάπρα εμφανίζει το μειονέκτημα τηςαδυναμίας υπερπήδησης εμποδίων. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που, σχεδόν πάντοτε, φροντίζει να αναζητά την τροφή της σε μεγάλες, ανοικτές επιφάνειες όπου δεν υπάρχουν φυσικά εμπόδια, όπως βράχοι, δένδρα, υψηλοί θάμνοι κ.λ.π. Μάλιστα, η αδυναμία αυτή οδηγεί τις αντιλοκάπρες να συνηθίζουν να περνούν τους τεχνητούς φράχτες που συναντούν στον δρόμο τους, από το κάτω μέρος, κάτι που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στον τραυματισμό τους, εάν δεν προλάβουν να ανακόψουν ταχύτητα, ή και τον θάνατό τους εάν ο φράχτης είναι αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Γι’ αυτό, το Ίδρυμα Αντιλόπης της Αριζόνα (Arizona Antelope Foundation) έχει προχωρήσει στη διαδικασία αντικατάστασης τουλάχιστον του κάτω τμήματος των ακανθοφόρων συρματοπλεγμάτων, με απλό, ακέραιο σύρμα, για την αποφυγή τέτοιων περιστατικών.[28]
Οι αντιλοκάπρες σχηματίζουν μικτές αγέλες κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Στις αρχές της άνοιξης, τα κοπάδια διαχωρίζονται, με τα νεαρά αρσενικά να σχηματίζουν ομάδες «εργένηδων», τα θηλυκά να σχηματίζουν τις δικές τους, ξεχωριστές ομάδες και τα ενήλικα αρσενικά να περιφέρονται μοναχικά.[25] Ορισμένες «γυναικείες» ομάδες μοιράζονται την ίδια περιοχή το καλοκαίρι, ενώ και κάποια αρσενικά σχηματίζουν δικές τους, μεταξύ άνοιξης και φθινοπώρου. Στις ομάδες των θηλυκών οι ιεραρχίες φαίνεται να είναι εναλλασσόμενες-κυκλικές,[29] με τα κυρίαρχα θηλυκά να είναι επιθετικά με εκείνα άλλων ομάδων.
Τα ενήλικα αρσενικά είτε υπερασπίζονται έναν μόνιμο ζωτικό χώρο, στον οποίο μπορούν να εισέλθουν θηλυκά, είτε να υπερασπίζονται ένα ήδη σχηματισμένο χαρέμι θηλυκών. Η αντιλοκάπρα μπορεί να αλλάξει τις στρατηγικές ζευγαρώματος ανάλογα με τις περιβαλλοντικές ή «δημογραφικές» συνθήκες.[25] Έτσι, όταν οι βροχοπτώσεις είναι αρκετές, τα ενήλικα αρσενικά τείνουν να είναι εδαφικά και να διατηρούν τα εδάφη τους με οσμητική σήμανση, αρθρώνοντας χαρακτηριστικά μουγκανητά και επιτιθέμενα στους εισβολείς. Σε αυτά τα ενδιαιτήματα, τα εδαφικά αρσενικά έχουν πρόσβαση σε καλύτερους πόρους διατροφής από τα εργένικα αρσενικά.[30]
Τα θηλυκά χρησιμοποιούν, επίσης, διαφορετικές στρατηγικές ζευγαρώματος. Τα περισσότερα θηλυκά καθίστανται «δειγματοληπτικά» (sampling), επισκεπτόμενα πολλά αρσενικά και παραμένοντας με το καθένα από αυτά για μικρό χρονικό διάστημα, πριν τη μετάβαση στο επόμενο αρσενικό και, μάλιστα, με αυξανόμενο ρυθμό όσο πλησιάζει ο οίστρος. Υπάρχουν και θηλυκά «προβοκάτορες» (inciting), τα οποία συμπεριφέρονται ως «δειγματοληπτικά» μέχρι τον οίστρο και, στη συνέχεια, υποκινούν συγκρούσεις ανάμεσα στα αρσενικά, παρακολουθώντας τα και, ζευγαρώνοντας κατόπιν με τους νικητές. Πριν από τις «μάχες», τα αρσενικά προσπαθούν να εκφοβίσουν ο ένας τον άλλον. Αν ο εκφοβισμός αποτύχει, εμπλέκουν τα μυτερά τους κέρατα και προσπαθούν να προκαλέσουν τραυματισμό.[12] Τέλος υπάρχουν και τα «ήσυχα» (quiet) θηλυκά, που παραμένουν με ένα (1) μόνον αρσενικό σε μια απομονωμένη περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια του οίστρου.[31] Τα θηλυκά διατηρούν αυτή τη συμπεριφορά ζευγαρώματος για δύο έως τρεις εβδομάδες, συνολικά.[12]
Όταν «φλερτάρει» ένα θηλυκό σε οίστρο, το αρσενικό την πλησιάζει με χαμηλόφωνα μουγκανητά,[25] κινεί το κεφάλι του πέρα-δώθε και τής δείχνει τα χαρακτηριστικά λευκά σημάδια του προσώπου του.[32] Εάν το θηλυκό είναι δεκτικό, παραμένει ακίνητο, οσμίζεται το έκκριμα των αδένων του αρσενικού, και στη συνέχεια επιτρέπει στο αρσενικό να τη γονιμοποιήσει.[25]
Νεαρή αντιλοκάπρα (fawn)
Οι αντιλοκάπρες έχουν περίοδο κύησης από 7 έως 8 μήνες, που είναι μεγαλύτερη από εκείνην ενός τυπικού οπληφόρου της Βόρειας Αμερικής. Για παράδειγμα, η κυοφορία τουελαφιού με λευκή ουρά (Odocoileus virginianus), διαρκεί 6 εβδομάδες λιγότερο. Οι αντιλοκάπρες αναπαράγονται στα μέσα Σεπτεμβρίου, και τα νεαρά ελαφάκια που ονομάζονταιfawns έρχονται στον κόσμο στα τέλη Μαΐου, με τις γέννες να ολοκληρώνονται από όλα τα θηλυκά, μέσα σε διάστημα λίγων ημερών.[23] Τα νεογέννητα ζυγίζουν 2-4 κιλά, συνήθως 3 κιλά, ενώ δίδυμα ελαφάκια είναι αρκετά συνηθισμένα.[33] Τις πρώτες 21-26 ημέρες περνούν τον χρόνο τους κρυπτόμενα στη βλάστηση. Έρχονται σε επαφή με τη μητέρα τους μέχρι και 20-25 λεπτά, συνολικά, την ημέρα και αυτό συνεχίζεται ακόμα και όταν σχηματίζουν ομάδες με άλλα νεογέννητα. Οι μητέρες αναλαμβάνουν την πλήρη φροντίδα των μικρών οδηγώντας τα στις περιοχές αναζήτησης τροφής και νερού, καθώς και προστατεύοντάς τα από αρπακτικά ζώα. Σιτίζονται συνήθως τρεις φορές την ημέρα. Η σεξουαλική ωριμότητα των νεαρών αντιλοκαπρών επιτυγχάνεται σε 15-16 μήνες, αν και τα αρσενικά σπάνια αναπαράγονται πριν γίνουν 3 ετών.
Οι κύριοι θηρευτές της αντιλοκάπρας είναι τοπούμα, τοκογιότ, οκόκκινος λύγκας και οι λύκοι, ενώ οχρυσαετός συνηθίζει να επιτίθεται στα νεαρά άτομα. Η διάρκεια ζωής τους είναι γύρω στα 10, σπανίως 15 χρόνια.
Πέρα από το κυνήγι (βλ. Ιστορικό και κατάσταση πληθυσμού), οι μεταναστευτικοί διάδρομοι της αντιλοκάπρας απειλούνται από τον κατακερματισμό των ενδιαιτημάτων και το μπλοκάρισμα των παραδοσιακών οδών. Σε μελέτη που διεξήχθη από το ΙνστιτούτοLava Lake και τηνΕταιρία Διατήρησης της Άγριας Ζωής σε ένα (1) συγκεκριμένο σημείο της πορείας των θηλαστικών, υπήρχε συμφόρηση (bottleneck) από τα διαβαίνοντα ζώα, αφού το πλάτος διάβασης δεν υπερέβαινε τα 200 μέτρα σε πλάτος.[34]
Επίσης, τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα που χρησιμοποιούνται από τους κτηνοτρόφους και αγρότες για την περίφραξη των εδαφών τους, αποτελούν σοβαρό κίνδυνο και, γίνεται προσπάθεια να αντικατασταθούν (βλ. Ταχύτητα). Γενικά, πάντως, δεν υπάρχουν άλλες σοβαρές απειλές, και οι προσπάθειες επικεντρώνονται στα κινδυνεύοντα υποείδη, ιδιαίτερα στοA. a. sonoriensis, κυρίως λόγω της υπερβόσκησης, της κατασκευής δρόμων, τους φράχτες, την ανεπαρκή πρόσβαση στο νερό και, με τη λαθροθηρία να είναι πάντοτε παρούσα.[35]
Στο γύρισμα του 20ού αιώνα, τα μέλη της ομάδας για τη διατήρηση της άγριας ζωής,Boone & Crockett Club, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εξαφάνιση της αντιλοκάπρας ήταν περισσότερο θέμα χρόνου, παρά ενδεχόμενο. Σε επιστολή μεταξύ μελών αναφέρεται ότι, «η Λέσχη είναι πολύ ανήσυχη για την τύχη της αντιλοκάπρας, που φαίνεται να μειώνεται παντού και γρήγορα». Μέχρι το 1920, το κυνήγι είχε φέρει τους πληθυσμούς του θηλαστικού στο ανησυχητικό επίπεδο των 13.000 ατόμων, περίπου.[2] Ωστόσο, σε άλλη επιστολή μέλους αναφέρεται ότι, «προσωπικά, πιστεύω ότι η αντιλόπη είναι καταδικασμένη, αλλά κάθε προσπάθεια θα πρέπει να γίνει για να σωθεί».
Κοπάδι από αντιλοκάπρες στο Εθνικό Πάρκο Γέλοουστοουν
Παρά το γεγονός ότι ο σύλλογος είχε αρχίσει τις προσπάθειές του, μέσω χρηματοδότησης και εμπλουτισμού των καταφυγίων θηραμάτων στοΚάνσας, τηΜοντάνα και τηΝότια Ντακότα, το μεγαλύτερο μέρος των προσπαθειών αποτύγχανε, κυρίως λόγω των επικίνδυνων περιφράξεων. Το 1927, νέες προσπάθειες κορυφώθηκαν με τη δημιουργία τουΚαταφυγίου Αντιλόπης Τσαρλς Σέλντον στη Β.Νεβάδα. Περίπου 2.900 στρέμματα γης αγοράστηκαν από δύο συμμετέχουσες οργανώσεις που, στη συνέχεια, παραδόθηκαν στηΒιολογική Έρευνα ως καταφύγιο της αντιλκάπρας. Η δωρεά αυτή ενισχύθηκε από την κεντρική κυβέρνηση προσθέτοντας 30.000 στρέμματα δημόσιας γης γύρω από το Καταφύγιο. Στις 26 Ιανουαρίου 1931, ο πρόεδροςΧούβερ υπέγραψε την αναδοχή εξαγοράς γης, και στις 31 Δεκεμβρίου 1936 ο πρόεδροςΡούσβελτ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα δημιουργίας ενός πολύ μεγάλου καταφυγίου, έκτασης 549.000 στρεμμάτων. Αυτή ήταν η πραγματική αρχή για την ανάκτηση των πληθυσμών της αντιλοκάπρας στηΒόρεια Αμερική.[36]
Η προστασία των οικοτόπων και οι περιορισμοί στο κυνήγι επέτρεψαν στους πληθυσμούς της αντιλοκάπρας να επανέλθουν οριστικά στα, κατ' εκτίμηση 500.000-1.000.000 άτομα, όχι όμως για όλα τα υποείδη (βλ. Πίνακα υποειδών). Μια πρόσφατη πτώση είχε παρατηρηθεί σε λίγους, εντοπισμένους πληθυσμούς, λόγω κάποιας μορφής καταρροϊκού πυρετού, ο οποίος μεταδίδεται από τα πρόβατα, αλλά η συνολική τάση είναι θετική δεδομένου ότι τα μέτρα διατήρησης, τέθηκαν σε εφαρμογή.
Σήμερα, οι αριθμοί της αντιλοκάπρας είναι πλέον αρκετά μεγάλοι και, μάλιστα ξεπερνούσαν εκείνους των κατοίκων σε κάποιες, απομονωμένες περιοχές στοΟυαϊόμινγκ και το Β.Κολοράντο, μέχρι πρόσφατα. Οι αντιλοκάπρες θηρεύονται νόμιμα στις δυτικές πολιτείες, με σκοπό τον έλεγχο του πληθυσμού, αλλά και ως πηγή τροφής. Οι πληθυσμοί της αντιλοκάπρας παραμένουν σταθεροί, γι’ αυτό και η IUCN έχει κατατάξει το είδος στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[5]
Ιωάννου Χατζημηνά,Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
Βασίλη Κλεισούρα,Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη,Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
Anderson, S. 2002. Managing Our Wildlife Resources Fourth Edition. Upper Saddle River, New Jersey: Prentice Hall.
BBleich, V., J. Kie, E. Loft, T. Stephenson, M. Oehler, Sr., A. Medina. 2005. Managing Rangeland for Wildlife. Pp.873=897 in C Braun, ed. Techniques for Wildlife Investigations and Management. Bethesda, Maryland: The Wildlife Society.
Byers, John (1998). American Pronghorn: Social Adaptations and the Ghosts of Predators Past. Chicago University Press. p.318.ISBN 978-0-226-08699-6.
Byers, J.A., J.D. Moodie, and N. Hall (1994). "Pronghorn females choose vigorous mates". Animal Behavior 47: 33–43. doi:10.1006/anbe.1994.1005.
Byers, Hoffmann, M., J. & Beckmann, J. (2008). Antilocapra americana. In: IUCN 2008. IUCN Red List of Threatened Species. Database entry includes a brief justification of why this species is of least concern
Carwardine, Mark (2008). Animal Records. New York: Sterling. p.11.ISBN 9781402756238.
Caton, J. D. (1876).The American Antelope, or Prong Buck. The American Naturalist 10 (4): 193–205. doi:10.1086/271628. JSTOR 2448724
Cernohorska Halina, Svatava Kubickova, Olga Kopecna, Anastasia I. Kulemzina, Polina L. Perelman, Frederick F. B. Elder, Terence J. Robinson, Alexander S. Graphodatsky, Jiri Rubes: Molecular cytogenetic insights to the phylogenetic affinities of the giraffe (Giraffa camelopardalis) and pronghorn (Antilocapra americana). Chromosome Research 21, 2013; S. 447–460 doi:10.1007/s10577-013-9361-0
Dow, S. A. Jr. & P. L. Wright, 1962.Changes in mandibular dentition associated with age in pronghorn antelope. Journal Wildlife Mgt. 26:1-18
Fairbanks, W.S. (1994). "Dominance, age and aggression among female pronghorn, Antilocapra americana (Family: Antilocapridae)". Ethology 97 (4): 278–293. doi:10.1111/j.1439-0310.1994.tb01047.x.
Feldhamer, G., L. Drickamer, S. Vessey, J. Merritt. 2004. Mammology: Adaptation, Diversity, and Ecology Second Edition. New York, NY: McGraw Hill Companies.
Hawes, Alex. Pronghorns - Survivors of the American Savanna, Zoogoer, Nov/Dec 2001
Hernández, Fernández Manuel and Elisabeth S. Vrba: A complete estimate of the phylogenetic relationships in Ruminantia: a dated species-level supertree of the extant ruminants. Biological Reviews 80, 2005, S. 269–302
Kuznetsova, M. V., M. V. Kholodova, A. A. Danilkin: Molecular Phylogeny of Deer (Cervidae: Artiodactyla). Russian Journal of Genetics 41 (7), 2005; S. 742–749.
Min, S.E. (1997). "The effect of variation in male sexually dimorphic traits on female behavior in pronghorn (Antilocapra americana)". Ethology 103 (9): 732–743. doi:10.1111/j.1439-0310.1997.tb00182.x.
Moy, R.F. 1970.Histology of the subauricular and rump glands of the pronghorn. Amer. Jour. Anat. 129:65-88
Moy, R.F. 1970.Histology of the forefoot and hindfoot interdigital and median glands of the pronghorn. Jour. Mammal 52:441-6
Murie, J., 1870.Notes in the anatomy of the prongbuck. Proc. Zool. Soc. London, pp.334–368
O’ Gara, Bart W.Mammalian Species, No. 90, pp. 1-7 The American Society of Mammalogists, 1978
O’ Gara, Bart W. and Moy, R.F., 1972.Histology and morphology of scent glands and their possible roles in pronghorn behavior. Antelope States Workshop, Billings, Montana. 5:192-208
Sheldon, Charles (1955). A History of the Boone and Crockett Club. Boone and Crockett Club.
Verts B. J.; Leslie N. Carraway (15 August 1998).Land mammals of Oregon. University of California Press. pp.485–.ISBN 978-0-520-21199-5