Το λήμμα δεν περιέχειπηγές ή αυτές που περιέχει δεν επαρκούν.Μπορείτε να βοηθήσετε προσθέτοντας την κατάλληλη τεκμηρίωση. Υλικό που είναι ατεκμηρίωτο μπορεί να αμφισβητηθεί και να αφαιρεθεί. Η σήμανση τοποθετήθηκε στις 21/04/2012.
Μια συλλογή επικίνδυνων όπλων που συγκεντρώθηκε από το προσωπικό ασφαλείας του αεροδρομίου τουΜάντσεστερ το 2013.
Γενικά, ωςόπλο χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται με σκοπό την πρόκληση βλάβης σε ανθρώπους ή κατασκευές. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί γιαεπίθεση,άμυνα ή γιαεκφοβισμό.
Το "όπλον" στηναρχαία ελληνική γλώσσα ήταν η κυκλική ασπίδα που χρησιμοποιούσαν οιοπλίτες, δηλαδή οι στρατιώτες που έρχονταν αντιμέτωποι με τον εχθρό σώμα με σώμα και πεζοί.[1][2]
Εκτός της κατηγοριοποίησης των όπλων σε "επιθετικά" και "αμυντικά", τα όπλα αρχικά διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες στααγχέμαχα για μάχες σώμα με σώμα και σταεκηβόλα που χτυπουν τον εχθρό από μεγάλη απόσταση. Κάθε μια από αυτές διακρίνονται επιμέρους σεφορητά όπλα και σεβαρέα όπλα. Κάθε μια από αυτή τη δεύτερη υποκατηγορία διακρίνεται επιμέρους σε "απλά ή μηχανικά όπλα", σεχημικά όπλα, σε "σύνθετα όπλα" και σε "πολυσύνθετα όπλα" που συνηθέστερα καλούνταιοπλικά συστήματα, στην κατηγορία αυτών υπάγονται και τα λεγόμενα "ηλεκτρονικά όπλα".
Ανάλογα του χώρου χρήσης τους χαρακτηρίζονται "όπλα επιφανείας", που μπορεί να αφορούν επιφάνεια ξηράς ή θάλασσας, λεγόμενα και πεζικά όπλα, ή ναυτικά όπλα στα οποία περιλαμβάνονται και τα "ύφαλα όπλα", όπου η χρήση τους γίνεται υπό την επιφάνεια της θάλασσας, καθώς και τα όπλα αέρος ή "αεροπορικά όπλα".
Τα βαρέα όπλα επιφανείας ξηράς διακρίνονται σε "πεδινά,", "ορειβατικά" και "παντός εδάφους". Ειδικότερα στοπολεμικό πλοίο το σύνολο των πάσης φύσεως διαμετρήματος των φερομένων "πυροβόλων όπλων" ονομάζεται "πυροβολικό" (του πλοίου).
Ανάλογα του σκοπού για το οποίο προορίζεται η χρήση των φερομένων όπλων αυτά χαρακτηρίζονται γενικά: "κατά προσωπικού", "αντιαρματικά", "αντιαεροπορικά", και "ανθυποβρυχιακά όπλα".
Ιδιαίτερες κατηγορίες αποτελούν τα βλήματα αγχέμαχων και εκηβόλων όπλων.
Το σύνολο των φερόμενων όπλων, ανεξαρτήτως κατηγορίας, μιας στρατιωτικής μονάδας ονομάζεταιοπλισμός π.χ. οπλισμός μαχητικού αεροσκάφους, οπλισμός πολεμικού πλοίου κ.λπ. Ο όρος "εξοπλισμός" χρησιμοποιείται περισσότερο είτε για τον οπλισμό που δίνεται σε νέα εντασσόμενη στρατιωτική μονάδα ή σε αντικατάσταση υπάρχοντος οπλισμού.
Νεολιθικά αντικείμενα, ανάμεσα τους και κεφαλές τσεκουριών και εργαλεία ακονισμού.
Οι πρώτοι άνθρωποι άρχισαν να κατασκευάζουνοχυρωματικά έργα για την κατοικία τους και την προφύλαξή τους από τα διάφορα ζώα. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησαν διάφορα φυσικά αντικείμενα σαν πρόχειρα όπλα, που αργότερα μετέτρεψαν σε πιο αποτελεσματικά με την κατεργασία τους,[3] ενώ παρόμοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί και στη χρήση φυσικών αντικειμένων απόχιμπατζήδες.[4] Τα πρώτα όπλα που εμφανίζονται είναι τα ρόπαλα από κόκαλο ή ξύλο, και τα παλαιότερα χρονολογούνται έως και 300.000 έτη πριν βάσει τεκμηρίων που ανακαλύφθηκαν στηΓερμανία.[5][6][7] Ακολουθούν τα δόρατα το τόξο και οι πρώτοιπελέκεις, που στην αρχή ήταν λίθινοι (από πέτρες) και με την πάροδο του χρόνου αντικαταστάθηκαν από μεταλλικούς.
Είναι γεγονός ότι η χρησιμοποίηση τουμετάλλου για την κατασκευή όπλων, ακολούθησε την ανακάλυψη τηςφωτιάς, που άλλωστε αποτέλεσε και ένα απ' τα πιο βασικά αμυντικά, αλλά και επιθετικά όπλα. Με την ανακάλυψη όμως αυτής και τη χρησιμοποίησή της για την επεξεργασία των μεταλλικών όπλων, τα λίθινα όπλα κυρίως απόπυριτόλιθο αχρηστεύονται. Η ύπαρξή τους διαπιστώνεται απ' τα άφθονα όπλα του είδους αυτού, που έχουν ανακαλυφτεί στα ερείπια πρωτόγονων οικισμών.[8]
Η ανακάλυψη τουσιδήρου απετέλεσε πραγματική επανάσταση στη μέχρι τότε τέχνη του πολέμου. Στην αρχή, τα πρώτα μεταλλικά όπλα ήταν απόχαλκό, που όμως ήταν μαλακός και δεν διατηρούσε κοφτερές άκρες. Έτσι άρχισε να χρησιμοποιείται οκασσίτερος (2.500 π.Χ.) στην παραγωγή τουμπρούντζου. Τομέταλλο αυτό ήταν σκληρότερο, κάλυπτε τις απαιτούμενες ανάγκες και ήταν πολύ πιο εύχρηστο. Σημειώνεται πως ηΕποχή του Χαλκού προηγήθηκε τηςΕποχής του Σιδήρου (600 π.Χ.), η δε παραγωγή μπρούτζινων όπλων συνέχισε και μετά την εποχή του σιδήρου. Πάντως σήμερα θεωρείται βέβαιο ότι η κατεργασία του σιδήρου και παραγωγή όπλων εξ αυτού ήταν γνωστή στηΜικρά Ασία από την3η χιλιετία π.Χ..[9][9]
Η ανακάλυψη και η χρησιμοποίηση των μετάλλων συντέλεσε επίσης στη δημιουργία δύο ειδών όπλων: των αμυντικών και των επιθετικών. Ο διαχωρισμός αυτός συναντάται σε μεγάλη κλίμακα στους αρχαίους Έλληνες και στους σύγχρονούς τους λαούς. Σαν κύρια επιθετικά όπλα χρησιμοποιούσαν τοξίφος, τοδόρυ ήακόντιο, ενώ ηασπίδα, ηπερικεφαλαία, οθώρακας και οι περικνημίδες είχαν αμυντική αποστολή. Την εποχή αυτή γίνεται και η διάκριση των όπλων σεαγχέμαχα, σε όπλα δηλ. που χρησιμοποιούνταν για μάχες σώμα με σώμα, όπως το ξίφος και το ακόντιο και σεεκηβόλα (τηλέμαχα), που είχαν τη δυνατότητα να χτυπήσουν τον αντίπαλο από μακριά (τόξο,σφενδόνη). Μια πρώτη παραστατική εικόνα της εξέλιξης των όπλων μας παρέχουν οιΆθλοι του Ηρακλή στην αρχή το ρόπαλο στη συνέχεια ο δαυλός και ο πέλεκυς (τσεκούρι) και μετά το τόξο.[10][11][12]
Τα όπλα αυτά όμως ήταν ατομικά, δηλ. είχαν περιορισμένες καταστροφικές δυνατότητες. Για την επίτευξη δυσκολότερων σκοπών άρχισαν να εκπαιδεύουν και ζώα (άλογα, καμήλες, ελέφαντες κ.λπ) και να επιχειρούν μ΄ αυτά.[13] Στη συνέχεια χρησιμοποιούσαν τα δρεπανηφόρα άρματα και τις λεγόμενες πολιορκητικές και πολεμικές μηχανές,[14] όπως οι λιθοβόλοι, οικαταπέλτες, οιχελώνες, οι κριοί κ.ά., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και οΔούρειος Ίππος. Ηαπόβαση των αρχαίων Ελλήνων στηνΤροία όσο και ηπολιορκία της, (Τρωικός πόλεμος), θεωρούνται οι πρώτες αφηγήσεις τέτοιων πολεμικών επιχειρήσεων.Οι Έλληνες επίσης ναυπήγησανπολεμικά πλοία, όπως τιςτριήρεις που γνώρισαν μεγάλη εξέλιξη κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους.[15]
Βαλλίστρα μεγάλου μεγέθους, χρησιμοποιούνταν σε πολιορκίες και σε επιθέσεις κατά προσωπικού κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα.
Γενικά οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν στρατό από πολίτες που έφεραν ατομικό οπλισμό. Έτσι στην αρχαία Αθήνα οι πιο ευκατάστατοι ήταν και οι περισσότερο οπλισμένοι διατηρώντας και ίππους. Στην αρχαία Σπάρτη αντίθετα όλοι έφεραν τον ίδιο εξοπλισμό με μπρούτζινη περικεφαλαία, κυκλική ασπίδα, και με πιο σύνηθες το δόρυ. Παράλληλα όμως άρχισε να αναπτύσσεται και ηοχυρωματική καθώς και ηστρατηγική. Η επικράτηση των Ρωμαίων και η πολεμική οργάνωσή τους οφείλει πολλά στουςΈλληνες και τουςΕτρούσκους που έφθασαν στα εδάφη τους. Οι λεγεωνάριοι ήταν εξοπλισμένοι με κράνος, παραλληλόγραμμη ασπίδα, κοντό σπαθί, μακρύ δόρυ και μεταλλικό θώρακα, χωρίς περικνημίδες. Από τη μελέτη επίσης τηςΠαλαιάς Διαθήκης παρέχονται πολλά στοιχεία για τα όπλα που χρησιμοποιούνταν στην περιοχή τηςΜέσης Ανατολής από τηΜεσοποταμία μέχρι τηΜεσόγειο στην προχριστιανική εποχή. Φαίνεται για παράδειγμα πως ταάρματα επινοήθηκαν την εποχή που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι άρχισαν να επεκτείνονται προς βορρά με συνέπεια ν΄ αποτελέσουν μια ελαφρά πολεμική "μηχανή". Σύμφωνα δε με ευρήματα φέρονται ν΄ αναπτύχθηκαν επίσης και από τους Βαβυλωνίους.
Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής γίνεται επίσης χρήση από τους Βυζαντινούς τουυγρού πυρός.
Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κάνουν την εμφάνισή τους οιπανοπλίες και οικατάφρακτοιιππότες. Οι πολεμιστές του είδους αυτού, αν και βραδυκίνητοι, είχαν τρομερή αποτελεσματικότητα στις συγκρούσεις εξ επαφής (εκ τουσυστάδην). Η πανοπλία που ήταν βασικά αμυντικό όπλο, βρέθηκε στοζενίθ της χρησιμοποίησής της κατά τους χρόνους τουμεσαίωνα. Την εποχή αυτή αναπτύσσεται έντονα ηστρατηγική και ηστρατιωτική τακτική παίρνει νέα δομή αξιοποιώντας σε γραμμή μετώπου τους τοξότες ενώ οι στρατιώτες είναι απλοίμισθοφόροι. Υπόψη ότι στημάχη του Άντζικορτ, το1415, (Εκατονταετής πόλεμος), οι Άγγλοι πέτυχαν περιφανή νίκη κατά των σαφώς υπέρτερων Γάλλων αξιοποιώντας τους τοξότες. Συνέχεια αυτών ήταν η ανάπτυξη τηςβαλλίστρας από την οποία και εκτοξεύονταν μικρότερα βέλη.
Όπως γίνεται αντιληπτό η ιστορία του όπλου είναι παράλληλη με εκείνη των πολέμων χάρη στους οποίους τα όπλα συνεχώς εξελίσσονται. ΣτονΑ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρείται μια θεαματική παρουσία όπλων. Στη θάλασσα έχουν ήδη εμφανισθεί ταθωρηκτά που φαντάζουν σαν τεράστια πλωτά πυροβολεία. Στον αέρα εμφανίζονται ιπτάμενες μηχανές όπου και σημειώνονται οι από αέρος επιθέσεις. Τη θέση τωνβλημάτων τώρα καταλαμβάνουν οιβόμβες. Πρώτη τέτοια αεροπορική επίθεση με ρίψη βομβών έγινε από τον ΈλληναΔημήτρη Καμπέρο κατά των Τούρκων στηΘεσσαλία στη διάρκεια τουΑ' Βαλκανικού Πολέμου. Τα πυροβόλα όμως συνεχίζουν την εξέλιξη τους.
Το πολυβόλο τύπουΒίκερς ήταν σε χρήση από τον βρετανικό στρατό για 80 έτη.
Η από αέρος αυτή εξέλιξη αναγκάζει τον Γερμανό καθηγητή Φον Έμπερχαρντ το1916 να σχεδιάσει το πρώτο αντιαεροπορικό όπλο, την παραγωγή του οποίου αναλαμβάνει η εταιρείαΚρουπ. Το όπλο αυτό έφερε πολύ μακριά κάννη δημιουργώνταςβεληνεκές πάνω από 100 χλμ.
Στο μεταξύ ημάχη του Σομμ δημιούργησε στρατιωτικό αδιέξοδο, που οδήγησε στον λεγόμενο «πόλεμο των χαρακωμάτων». Τότε άρχισαν να χρησιμοποιούνται τα λεγόμενα «όπλα της απελπισίας», όπως χαρακτηρίστηκαν ταχημικά όπλα, που απελευθέρωναν ασφυξιογόνα και δηλητηριώδη αέρια, όπως για παράδειγμα το λεγόμενοαέριο μουστάρδας που ήταν ισχυρό τοξικό και προκαλούσε σοβαρά εγκαύματα. Τότε οι στρατιώτες έπρεπε να φέρουν και αντιασφυξιογόνες μάσκες καθώς και ειδική εξάρτυση. Παράλληλα ένας νέος μεταλλικός γίγαντας αρχίζει να εμφανίζεται στα πεδία των μαχών: Τοάρμα μάχης. Αν και το θωρακισμένο αυτό όχημα έκανε την πρώτη του εμφάνιση το1904, στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Μάχη του Σομμ το 1916. Η ιδέα της «φόρτωσης» μεγάλου πυροβόλου σε θωρακισμένο ερπυστριοφόρο όχημα, ικανό έτσι να κινείται σε κάθε είδους εδάφη, ανήκει στον Άγγλο αντισυνταγματάρχηΈρνεστ Σουίντον.
Την ίδια εποχή εμφανίζονται και τα πρώτα «ύπουλα όπλα». Ξηρές και θάλασσες αρχίζουν να φιλοξενούν τιςνάρκες. Και ενώ στη θάλασσα οιτορπίλες βρίσκονται σε εξέλιξη, μια άλλη παρουσία, επίσης «ύπουλη», γίνεται αισθητή, το μάτι τουπερισκοπίου. Τον Φεβρουάριο του1917 τα γερμανικάυποβρύχια παύουν πλέον να τηρούν τον εθιμοτυπικό κώδικα της «μη βύθισης εμπορικών πλοίων» απειλώντας ακόμη και την αμερικανικήναυτιλία στονΑτλαντικό. Έτσι και οιΗ.Π.Α. που μέχρι τότε εφοδίαζαν με πολεμικό υλικό τους Συμμάχους, αναγκαστικά μπήκαν στον πόλεμο.
Για την άριστη απόδοση των όπλων απαιτείται άριστη εκπαίδευση των χειριστών τους. Οι Γερμανοί υπερτερούσαν στον τομέα αυτό, με αποτέλεσμα στην αρχή των επιχειρήσεων όλα τα άλλα στρατεύματα των Συμμάχων να παρουσιάζουν αποκαρδιωτική εικόνα, δίνοντας την εντύπωση ανεκπαίδευτων πολιτών. ΗΑγγλία όπως και άλλες χώρες ήταν επαναπαυμένες στις δυνάμεις τους, όχι όμως στην εκπαίδευση και στη μέριμνα αποθεμάτων υλικού. Έτσι, με το ξέσπασμα του πολέμου βρέθηκαν απροετοίμαστες, όχι τόσο χωρίς στρατιώτες, αφού υπήρχε τεράστια ανεργία, όσο από την έλλειψη υλικών καιπυρομαχικών. Αυτό είχε ως συνέπεια ακόμη και γυναίκες να εργαστούν σεεργοστάσια καιναυπηγεία προκειμένου να βοηθήσουν τη διεξαγωγή του πολέμου.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο αποτελούν οι λεγόμενες μαζικές καταστροφές που σημειώθηκαν τότε και μάλιστα ολόκληρων κοινοτήτων. Τα νέα βαρέα όπλα που εισήλθαν στον πόλεμο με την εμβέλεια των 100 χλμ. μπορούσαν να βομβαρδίσουν πόλεις από ασφαλέστερη πλέον απόσταση για τοπεζικό. Παρά ταύτα οι στρατηγοί όλων των εμπλεκομένων προτιμούσαν να ακολουθούν την παλαιά ακόμη τακτική της αντιτακτής (κατ' έναντι) παράταξης των στρατευμάτων τους.
Στις μάχες του πολέμου αυτού κυριαρχεί η μαζικότητα των όπλων και βεβαίως η εξελιγμένη και επιμελημένη πλέον τακτική σχεδίαση. Η τεχνολογία και τα λεγόμενα "όπλα μαζικής καταστροφής" κυριαρχούν. Στόλοι θωρηκτών, σμήνη βομβαρδιστικών και μαχητικών αεροσκαφών, καθώς και μεραρχίες τεθωρακισμένων δεσπόζουν των συγκρούσεων. Η παραγωγή όπλων είναι εκπληκτική. Τα γερμανικά εργοστάσια παράγουν ανά 8 λεπτά ένα άρμα μάχης (100 την ημέρα). Η εξέλιξη της ναυπηγικής ακολουθεί ομοίως. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί αποτελούν συνήθεια. Ως επακόλουθο, ο πόλεμος αυτός δημιούργησε και τις μεγαλύτερες μέχρι τότε συμμαχίες στον κόσμο.
Στη νέα τακτική, η αεροπορία πλέον είναι πρώτη δύναμη, που εξαπολύει επιδρομές στρατηγικών στόχων, πριν προλάβουν άλλες δυνάμεις, χερσαίες και θαλάσσιες, να επέμβουν. Στην υπηρεσία αυτής εμφανίζεται τοαεροπλανοφόρο. Το1937 οι Άγγλοι κατασκευάζουν τον αεροστρόβιλο κινητήρα, που όμως θ' αργήσει λίγο να χρησιμοποιηθεί στα αεριωθούμενα αεροσκάφη. Η πρώτη αερομαχία τέτοιων σκαφών θα πραγματοποιηθεί σε μια άλλη αναμέτρηση, στονΠόλεμο της Κορέας. Τα αερόπλοια τύπου Ζέπελιν ήδη αρχίζουν να παραχωρούν τη θέση τους σε μια νέα ιπτάμενη συσκευή που σχεδίασε το1939 ο Ιγκόρ Σικόρσκι, τοελικόπτερο. Παράλληλα η ηλεκτρονική παρουσιάζει πρώτα τοραντάρ, που ξεκίνησαν πρώτα από τηνΑγγλία, με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό των αντιπάλων, για ν' ακολουθήσει μετά η τηλεκατεύθυνση των όπλων. Στην υπηρεσία του πολέμου σπεύδουν να προσφέρουν και άλλες επιστήμες και τεχνικές, η ψυχολογία των μαζών και εξ αυτής ηπροπαγάνδα που ανάγεται αμέσως σε όπλο, ομοίως και ηκατασκοπεία. Μέσα σ΄ αυτή τη δίνη και ο διωγμός των Εβραίων, μεγάλος αριθμός των οποίων θανατώθηκε ή υπέστη ιδιαίτερες ταλαιπωρίες.
Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του πολέμου αυτού ήταν η λεγόμενη "Μάχη της Αγγλίας" που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1940 με το όνομα "επιχείρηση Θαλάσσιος Λέων", (γερμανικό σχέδιο εισβολής στην Αγγλία) που κράτησε δύο μήνες και θεωρείται η μεγαλύτερη μάχη στην Ιστορία που διεξήχθη αποκλειστικά στον αέρα, οιαπωνικός βομβαρδισμός του Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941, που εισήγαγε τιςΗ.Π.Α. στον πόλεμο και ασφαλώς ηΑπόβαση στη Νορμανδία.
Από την εποχή των πρώτων πυροβόλων όπλων έχει σημειωθεί - και σημειώνεται - μεγάλη εξέλιξη στο θέμα της κατασκευής καινούριων. Αύξηση του βεληνεκούς, ευθυβολία, εύκολη χρήση είναι προβλήματα που αντιμετωπίζονται με επιτυχία απ' τους κατασκευαστές όπλων σ' όλον τον κόσμο. Όπλα διάφορου μεγέθους (πιστόλια,καραμπίνες)επαναληπτικά καιαυτόματα χρησιμοποιήθηκαν κατά εκατομμύρια από τους ανθρώπους. Στον πολεμικό χώρο η βιομηχανία (ή βιοτεχνία κατά τα παλιότερα χρόνια) κατασκευής όπλων έχει να επιδείξεινάρκες,όλμους, βαριάπολυβόλα,τηλεβόλα,ρουκέτες κ.ά. Ακόμα καιχημικά αέρια χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα κατά τον Α και λιγότερο κατά τονΒ΄ Παγκόσμιο πόλεμο, του οποίου το τέλος του σημάδεψε η παρουσία και χρήση τωνπυρηνικών όπλων, που χαρακτηρίστηκαν τέλεια όπλα «μαζικής καταστροφής», σε αντίθεση με τα άλλα που χαρακτηρίζονται «συμβατικά».
Από τη λήξη του Β΄ Π.Π. υπολογίζεται πως έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 100 μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις τουλάχιστον από 70 χώρες στον κόσμο, εκ των οποίων άλλες ήταν σποραδικές, άλλες περιορισμένες τοπικά, χωρίς συνασπισμούς συμμαχιών, αλλά επίσης υπήρξαν και άλλες ικανές να πυροδοτήσουν έναν νέο ευρύτερο πόλεμο. Στην τρίτη αυτή κατηγορία δεσπόζουν οΠόλεμος της Κορέας το διάστημα 1950 - 1953, ηΚρίση των πυραύλων της Κούβας τον Οκτώβριο του 1962, οΠόλεμος του Βιετνάμ το διάστημα 1965 - 1973, οΠόλεμος των Έξι Ημερών στις 5 Ιουνίου - 10 Ιουνίου 1967, ηεπιχείρηση στα νησιά Φώκλαντ το 1982, καθώς και οΠόλεμος του Κόλπου στις αρχές του 1991. Η «κούρσα των εξοπλισμών» ακολουθώντας τη φρενίτιδα τηςπροπαγάνδας τουΨυχρού Πολέμου, τελικώς μειώθηκε μόλις στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 με μια σειρά συμφωνιών περιορισμού των πυρηνικών εξοπλισμών, όπου πολλές πυρηνικές κεφαλές αφοπλίστηκαν. Πλην όμως, στη σύγχρονη ιστορία νέες Χώρες απέκτησαν πυρηνικά όπλα, με συνέπεια η υφήλιος να συνεχίζει να μένει υπό διαρκή απειλή πυρηνικού ολέθρου.[16]
Με την ορολογία «όπλα» ταυτίζονται πολλές φορές μόνο τα βιομηχανικά κατασκευασμένα. Στην εικόνα ένα MP5k της Heckler & Koch.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες απαγορεύεται η προσωπική κατοχή όπλων (σε αντίθεση με τιςΗνωμένες Πολιτείες, όπου η προσωπική κατοχή όπλων είναι ένα συντριπτικά πλειοψηφικό φαινόμενο). Άδειες οπλοφορίας και οπλοχρησίας δίνονται για ειδικούς σκοπούς όπως τοκυνήγι, η εξάσκηση στησκοποβολή και η παροχή υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης. Σε ειδικές εξαιρέσεις, επιτρέπεται σε πολίτες να κατέχουν και να φέρουν όπλο, αν αποδειχθεί ότι διατρέχουν κάποιο σοβαρό κίνδυνο. Οι παραβάτες τιμωρούνται με ποινήφυλάκισης.
Ιδιαίτερη κατηγορία όπλων αποτελούν τα κυνηγετικά όπλα. Αυτά είναι όπλα περιορισμένου βεληνεκούς και ελαφριάς κατασκευής, που έχουν όμως το προτέρημα να διαθέτουν φυσίγγια με πολλά βλήματα (σκάγια) που σχηματίζουν ένα είδος θανάσιμου κώνου, μόλις βγουν απ' τηνκάννη του όπλου. Σύμφωνα με το νόμο 2168/93, τα κυνηγετικά όπλα είναι λειόκαννα. Απαγορεύεται κατηγορηματικά η χρήση όπλων με ραβδωτή κάννη για κυνήγι. Τα όπλα αυτά χρησιμοποιούνται, βασικά, για να ικανοποιηθεί το πάθος των ανθρώπων που ασχολούνται με το σπορ του κυνηγιού.
Στη στρατιωτική ορολογία, όπλο επίσης ονομάζεται και μια κατηγορία του μάχιμου στρατού, που έχει ομοιόμορφοοπλισμό καιεκπαίδευση και που είναι ενταγμένη στονΣτρατό Ξηράς. ΣτονΕλληνικό Στρατό Ξηράς, ο Γενικός Κανονισμός Υπηρεσίας εις το Στρατό (κωδικός: 20-1) ορίζει ως όπλα τα στοιχεία του στρατού τα οποία διεξάγουν τον αγώνα ή συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Τα όπλα τα οποία διεξάγουν τον αγώνα (ονομάζονται Όπλα Μάχης) τοπεζικό, τοπυροβολικό και τοιππικό (που αντικαταστάθηκε στη σύγχρονη ιστορία από ταάρματα μάχης). Τα Όπλα το οποία συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα (Όπλα Υποστήριξης Μάχης) είναι τομηχανικό, οιδιαβιβάσεις και ηΑεροπορία Στρατού (από το 1998).
↑Thieme, Hartmut and Maier, Reinhard (eds.) (1995)Archäologische Ausgrabungen im Braunkohlentagebau Schöningen. Landkreis Helmstedt, Hannover.
↑Thieme, Hartmut(2005).«Die ältesten Speere der Welt – Fundplätze der frühen Altsteinzeit im Tagebau Schöningen».Archäologisches Nachrichtenblatt10: 409–417.
↑Miller,D. E.;Van Der Merwe,N. J.(2009).«Early Metal Working in Sub-Saharan Africa: A Review of Recent Research».The Journal of African History35: 1–36.doi:10.1017/S0021853700025949.
↑Stuiver, Minze;Van Der Merwe, N.J.(1968).«Radiocarbon Chronology of the Iron Age in Sub-Saharan Africa».Current Anthropology.doi:10.1086/200878.